Αλλ' ενώ κατεγίνοντο εις τούτο οι αξιωματικοί, οι στρατιώται εσκέπτοντο περί τρόπου αναχωρήσεως από το στρατόπεδον και εις ολίγον διάστημα όλοι εν γένει οι νησιώται, έχοντες πλοία εδικά των, ή γνωρίζοντες τους πλοιάρχους ανεχώρησαν, εκτός τινων αξιωματικών μόνον, οι οποίοι διέμειναν εις το στρατόπεδον από φιλοτιμίαν. Ανεχώρησαν ομοίως και πολλοί άλλοι στρατιώται, όσοι ηδυνήθησαν να εύρωσι πλοία, ώστε μόλις το ήμισυ του στρατεύματος διέμενεν ακόμη εις το στρατόπεδον. Μ' όλα ταύτα όμως ετοποθετήθησαν εις τας προσδιορισθείσας θέσεις τα διαμένοντα στρατεύματα· και όταν περί το δειλινόν είδον τον Κιουταχήν ερχόμενον από τας Αθήνας με τρεις χιλιάδας περίπου πεζούς και ιππείς, ετοιμάσθησαν διά να τον αντικρούσωσιν. Αλλ' αυτός περιελθών και επισκεφθείς όλους τους προμαχώνας και τα οχυρώματα, τα οποία είχον αφήσει οι Έλληνες, επέστρεψεν εις το στρατόπεδόν του. Όταν οι Έλληνες είδον ότι δεν είχε σκοπόν διά πόλεμον, εξήλθον από το μοναστήριον και ακολούθησαν ολίγον κατόπιν του, προκαλούμενοι αυτόν τρόπον τινά ως εις μάχην.
Αι νέαι δυνάμεις, αι οποίαι έφθασαν κατ' εκείνας τας ημέρας εις το στρατόπεδον υπό την οδηγίαν του Κώστα Δροσίνη, Γιαννάκη Στράτου και άλλων τινών, έδωκαν ελπίδα εις τους αξιωματικούς, ότι ήτον ακόμη δυνατόν να μη διαλυθή το στρατόπεδον. Έλαβον λοιπόν μέτρον να τοποθετηθώσιν αρμοδίως τα διάφορα σώματα εις τας θέσεις, όσας ενόμιζον αναγκαίας διά να μην καταδιωχθώσιν ή αποκλεισθώσιν επί υποθέσει εφόδου εχθρικής. Αλλ' η έλλειψις αρχηγού εματαίωνεν όλα τα σχέδια. Το στρατόπεδον εσύγκειτο από διάφορα σώματα, των οποίων οι αρχηγοί δεν κατεδέχοντο να οδηγηθώσιν από άλλον όμοιόν των. Αφίνω κατά μέρος τας ματαίας ελπίδας, τας οποίας ημπορούσαν να έτρεφον μερικοί· ο Κήτσος Τζαβέλας και ο Κώστας Μπότσαρης ενομίζοντο ικανώτεροι να διαδεχθώσι τον Καραϊσκάκην. Αποτυχίαι σημαντικαί, αι οποίαι εις διαφόρους μάχας συνέβησαν εις τον Μπότσαρην, έδιδαν την υπεροχήν εις τον Τζαβέλαν και ίσως ο τελευταίος ούτος ήθελεν επιτύχει της αρχηγίας, εάν το σώμα του Καραϊσκάκη ήθελε συγκατατεθή να τον δεχθή· η αντιζηλία όμως η μεταξύ Σουλιωτών και Στερερελλαδιτών, η οποία απέβη τόσον σημαντική επί της εκστρατείας ταύτης του Καραϊσκάκη, δεν άφινε τους αξιωματικούς τούτου του σώματος να δεχθώσι δι' αρχηγόν τον Τζαβέλαν.
Μετά πολλάς και επιμόνους διαφιλονεικήσεις περί της αρχηγίας, επροβλήθη τελευταίον να διορισθή καν προσωρινός αρχηγός ο Τζαβέλας, διά να μη μένη το στράτευμα χωρίς κεφαλήν· αλλ' ουδέ τούτο δεν έγεινε δεκτόν· απεφασίσθη δε μόνον να διοική ο Τζαβέλας εν όσω το στρατόπεδον ευρίσκεται εις Φαληρέα. Εν τούτοις παρουσιάζεται εις την συνέλευσιν των αξιωματικών ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης και ζητεί την άδειαν ν' απέλθη εις Πελοπόννησον, προβάλλων ότι η πατρίς του έχει ανάγκην της παρουσίας αυτού και των στρατευμάτων του διά τον παρά του Ιμπραήμη κίνδυνον· τα αυτά συγχρόνως επρόβαλε και ο Σισίνης. Αλλ' οι αξιωματικοί, οι οποίοι επροσπαθούσαν να διατηρήσωσιν ακόμη το στρατόπεδον, απεκρίθησαν ότι το ζήτημά των δεν είναι αρμόδιον εις την περίστασιν, δεν είναι δε ούτε εύλογον, ούτε έντιμον εις αυτούς ν' αναχωρήσωσι καθ' ην εποχήν το στρατόπεδον έχει ανάγκην ενδυναμώσεως και υποστηρίξεως. Ο I. Θ. Κολοκοτρώνης έχων, καθώς εφαίνετο, σταθεράν απόφασιν διά να αναχωρήση, επέμεινε δικαιολογών το ζήτημά του· επειδή δε οι αξιωματικοί αντέτεινον, η φιλονεικία απέβη ζωηροτάτη, και ο I. Θ. Κολοκοτρώνης ηναγκάσθη να μείνη και εναντίον της επιθυμίας του εις το στρατόπεδον.
Η δυσκολία, την οποίαν επέφεραν εις τον I. Θ. Κολοκοτρώνην, έδωκεν αιτίαν εις τους άλλους Πελοποννησίους αρχηγούς να μεταχειρισθώσι πλαγίους τρόπους προς αναχώρησιν. Ο μεν Σισίνης λοιπόν έφυγε κρυφίως, μεταβάς εις το άντικρυ του Κερατζινίου νησίδιον, από το οποίον ανεχώρησε μισθώσας με ικανήν χρηματικήν ποσότητα έν πλοιάριον. Ο δε Π. Νοταράς, λαβών την άδειαν ν' απέλθη εις Σαλαμίνα δι' ολίγας ημέρας, διευθύνθη εις Κόρινθον με την επιθυμίαν του να λάβη υπό την εξουσίαν του το φρούριον. Τοιούτους τρόπους μεταχειριζόμενοι και άλλοι κατώτεροι αξιωματικοί ανεχώρουν αδιακόπως από το στρατόπεδον.
Ο αρχιστράτηγος ανήγγειλεν εις τους πολιορκουμένους την αποτυχίαν εις το τελευταίον υπέρ αυτών κίνημα και τους εσυγχώρησε τρόπον τινά να διαπραγματευθώσι με τον εχθρόν, αν δεν δύνανται ν' ανθέξωσιν. Οι πολιορκούμενοι έπεμψαν επίτηδες ένα εκ των σημαντικωτέρων αξιωματικών, ονομαζόμενον Τριαντάφυλλον Λήμνιον (53) διά να γνωστοποιήσωσιν εις τον αρχιστράτηγον ότι με στενοχωρίαν μεν, πλην δύνανται να ανθέξωσιν ακόμη τρεις μήνας, εάν και το έξω στρατόπεδον διαμείνη εις Φαληρέα. Όταν οι αξιωματικοί του σώματος του Καραϊσκάκη ήκουσαν την είδησιν ταύτην, δεν ημπόρεσαν να κρύψωσι την αγανάκτησιν, την οποίαν ησθάνθησαν, αλλ' εφώναξαν· «Η ανοησία του να μας κρύψωσι την αληθή κατάστασιν του φρουρίου έγεινεν αιτία να χάσωμεν τον αρχηγόν μας, διότι αν αυτός την εγνώριζεν, ηδύνατο να μεταχειρισθή άλλα μέσα ολιγώτερον επικίνδυνα και με περισσοτέραν ελπίδα επιτυχίας διά να λύση την πολιορκίαν».
Ο αρχιστράτηγος κατά συνέπειαν της αγγελίας ταύτης απεφάσισε να στερεώση στρατόπεδον εις Φαληρέα· αλλ' ων άπειρος των πραγμάτων και μη γνωρίζων τας μεταξύ του στρατοπέδου φατρίας και αντιζηλίας, δεν ηδύνατο να εξακολουθήση έν συνεχές σχέδιον, αλλ' ηναγκάσθη να το μεταβάλλη καθ' όσα του έλεγαν διάφοροι αξιωματικοί και κατά τας οποίας απαντούσε δυσκολίας. Θέλων δε να βεβαιωθή πόσα και ποία σώματα έμελλαν σταθερώς να διαμείνωσιν εις Φαληρέα, διέταξε να γείνη κατάλογος και προς πλειοτέραν ασφάλειαν να υπογραφώσιν εις αυτόν αι πρώτιστοι αξιωματικοί. Οι συγκροτούντες το σώμα του Καραϊσκάκη δεν ηθέλησαν να συγκαταριθμηθώσι με τους εις Φαληρέα, ούτε μέρος της δυνάμεώς των να πέμψωσιν εις έτερον οχύρωμα παρά τα οποία ήδη κατείχαν, προβάλλοντες ότι δεν είναι ικανοί να διαιρεθώσιν, ότι δε υπόσχονται να φυλάξωσι τας θέσεις εις τας οποίας ευρίσκονται· ταύτα ελύπησε τους εις Φαληρέα και τον αρχιστράτηγον· μ' όλον τούτο οικονομούσαν το πράγμα έως να γένη καμμία βάσιμος διόρθωσις.
Ο αρχιστράτηγος αποπέμπων από το στρατόπεδον το ιππικόν ως άχρηστον και ως δυσοικονόμητον, διώρισε να μετακομισθώσιν αλλού και οι ίπποι των αξιωματικών· ωφελούμενοι από την ευκαιρίαν ταύτην και πολλοί στρατιώται ανεχώρησαν από το στρατόπεδον· τούτο εγέννησεν υποψίας εις τους μένοντας, ώστε άμα επαρουσιάζετο τρόπος φυγής εις αυτούς, δεν εδυσκολεύοντο να τον βάλλωσιν εις ενέργειαν. Επειδή δε η ολιγόστευσις του στρατοπέδου εγίνετο ημέραν εξ ημέρας σημαντικωτάτη, ο αρχιστράτηγος διά να εμποδίση την παντελή διάλυσιν, διώρισεν από μεν την θάλασσαν πλοία, από δε την ξηράν τον Γιαννάκην Στράτον διά να μη συγχωρώσι την χωρίς αδείας αναχώρησιν από το στρατόπεδον. Επροκήρυξε δε και αμοιβάς εις όλους όσοι ήθελαν διαμείνει εις τας θέσεις των· κατεσκεύασε και τάφρον από το πηγάδι έως εις τον αιγιαλόν δι' οχύρωσιν και ασφάλειαν του στρατοπέδου· εν γένει δε επροσπάθησε μ' όλους τους δυνατούς τρόπους να διατηρήση το στρατόπεδον. Όλα όμως ταύτα δεν έκαμαν άλλο αποτέλεσμα ειμή ν' αναβάλωσι μόνον προς ώραν την διάλυσίν του.
Η καθημερινή πείρα απέδειξεν εις τον αρχιστράτηγον, ότι εχρειάζετο εις το στρατόπεδον αρχηγός άξιος να διαδεχθή τον Καραϊσκάκην. Νομίζων δε ικανώτερον των λοιπών τον Τζαβέλαν, του επρότεινε να τον διορίση· αλλ' αυτός γνωρίζων ότι δεν ηδύνατο να διοικήση καλώς, εάν δεν ήθελε λάβει πλήρη την συγκατάθεσιν όλου του στρατοπέδου, δεν συγκατετέθη να δεχθή την αρχηγίαν, ειμή ανίσως όλοι οι σημαντικοί του στρατοπέδου ήθελον τον αναγνωρίσει εγγράφως· τούτο δε ήτον αδύνατον να γένη διά τας προεκτεθείσας αιτίας, και το πράγμα έμεινεν εις την ιδίαν κατάστασιν.
Εις τούτο το μεταξύ συνέβη και έλλειψις τροφών· οι στρατιώται, οι οποίοι δεν ήλπιζον πλέον να κάμη καρπόν αυτό το στρατόπεδον και επεθύμουν την διάλυσίν του, έκαμαν ισχυρά παράπονα εις τους αρχηγούς των, αυτοί δε εγνωστοποίησαν ταύτα εις τον αρχιστράτηγον, όστις ευρίσκετο κατ' εκείνας τας ήμέρας εις Μέγαρα. Μ' όλον ότι έγεινεν η εξοικονόμησις των τροφών και το πράγμα έλαβε την επιθυμητήν διόρθωσιν, το κακόν όμως της λιποταξίας όχι μόνον δεν εδιορθώθη, αλλ' εξηπλώθη και εις τους αξιωματικούς, οι οποίοι είχον αρχίσει να φοβώνται και διά την ιδίαν των ύπαρξιν και ασφάλειαν, διότι έβλεπαν λιποτακτούντας αδιακόπως τους στρατιώτας των· μερικοί από τους αξιωματικούς επεχείρησαν μάλιστα να λιποτακτήσωσιν, αλλά γενόμενοι γνωστοί επέσυρον εις εαυτούς το όνειδος όλου του στρατοπέδου· μ' όλον τούτο έγειναν αίτιοι να εισχωρήση γενική υποψία εις όλους τους συγκροτούντας τα διάφορα σώματα, ώστε ούτε ο αξιωματικός ενεπιστεύετο εις τον στρατιώτην, ούτε ο στρατιώτης έβαλλε βάσιν εις τους λόγους του αργηγού του· ώστε μόνον σχεδόν αίτιον, το οποίον εμπόδιζεν έτι την διάλυσιν του στρατοπέδου, ήτον των πλοίων η έλλειψις.
Ο αρχιστράτηγος βλέπων την ελεεινήν ταύτην κατάστασιν και επιθυμών να κάμη καμμίαν διόρθωσιν, επροσκάλεσεν εις συμβούλιον όλους τους αξιωματικούς και τους ερώτησε πώς ηδύνατο να κάμη σταθερόν το στρατόπεδον και ν' αποφύγη τον κίνδυνον της διαλύσεως. Ο Κήτζος Τζαβέλας ως εκ μέρους και των λοιπών είπεν ότι, διά να κατορθωθή τούτο πρέπει να μη συμβή η παραμικρά έλλειψις τροφών, να προσκληθώσι δε και νέα στρατεύματα. Ο αρχιστράτηγος υπεσχέθη να κατορθώση αμφότερα· αλλά μ' όσην ευκολίαν αυτός υπέσχετο, μέ τόσην δυσκολίαν επίστευον οι Έλληνες. Έως ου δε να εκπληρώση ο αρχιστράτηγος τας υποσχέσεις του, απεφασίσθη να διαθέσωσιν επί το ωφελιμώτερον το ήδη υπάρχον στράτευμα. Επροβλήθησαν από τινας μερικαί μετατοπίσεις, δεν ενεκρίθησαν δε από άλλους, και τέλος διελύθησαν οι συνελθόντες, αφήσαντες τα πράγματα εις την ιδίαν κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο.
Την επομένην ημέραν ο Νικήτας είτε κατά τύχην, είτε εκ προμελέτης λαμβάνει μίαν σημαίαν και συναθροίσας περί αυτόν έως πεντακοσίους στρατιώτας, κηρύττει τον Τζαβέλαν αρχηγόν του στρατεύματος και συγχρόνως ζητεί και από τον αρχιστράτηγον την επικύρωσιν. Ο αρχιστράτηγος είχεν ήδη γνωρίσει καλώς τους συγκροτούντας το στρατόπεδον και ήξευρε πόσον δύσκολος ήτον η επιτυχία αυτού του προβλήματος· μ' όλον τούτο είπεν ότι αποδέχεται το πρόβλημα και την επομένην ημέραν θέλει εκδώσει περί τούτου διαταγήν. Ο Νικήτας επιστρέφει εις την σκηνήν του Τζαβέλα και τον συγχαίρει διά τον διορισμόν· αυτός όμως εγνώριζε πολλά καλά τα πράγματα ώστε να βάλη βάσιν εις τα λεγόμενα. Ο Νικήτας μ' όλον τούτο διέταξε τους περί αυτόν και επυροβόλησαν τρις· τούτο κατά μίμησιν έγεινε και εις το λοιπόν στρατόπεδον· αλλά το μεγαλήτερον μέρος εκινήθη εις τούτο μηχανικώς, νομίζον ότι αιτία ήτον καμμία χαροποιά αγγελία. Χωρίς καρπόν απέβη και τούτο το κίνημα του Νικήτα, διότι ούτε ο Τζαβέλας ανεδέχθη τα χρέη αρχηγού, ούτε το στρατόπεδον τον εγνώρισεν, ή τον ενόμισεν ως τοιούτον.
Είδον τέλος πάντων όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, ότι μ' όλας τας προσπαθείας των ήτον αδύνατον να διατηρηθή το στρατόπεδον και ούτω συνελθόντες εις τον αρχιστράτηγον του επρόβαλον ν' αφήση την θέσιν ταύτην και να μεταβιβάση τα στρατεύματα εις την Μεγαρικήν. Ύστερον από πολλάς παρακινήσεις τας οποίας έκαμεν ο αρχιστράτηγος εις τους αξιωματικούς διά να μείνωσι, βεβαιωθείς από όλους ότι δεν ήτον πλέον δυνατόν να διατηρηθή στρατόπεδον εις τας θέσεις ταύτας, απεδέχθη το πρόβλημα και διέταξε τα περί της μεταβάσεως. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον έν μέγιστον στρατόπεδον, το μεγαλήτερον απ' όσα συνεκροτήθησαν καθ' όλον το διάστημα της επαναστάσεώς μας, διελύθη ή μάλλον απέθανε διά μίαν και μόνην αιτίαν, τον θάνατον του αρχηγού του.
ΤΕΛΟΣ
Σημ. Η επομένη συλλογή «ανεκδότων και αποφθεγμάτων» του Καραϊσκάκη, κατηρτίσθη υπό του εκδότου. Τα πλείστα των ανεκδότων σήμερον πρώτον δημοσιεύονται.
ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
'Σ τα Γιάννινα, τον καιρό του Αλήπασσα, ο Καραϊσκάκης, νειός ακόμα, χόρευε μια φορά μ' άλλα παληκάρια. Ενώ έσερνε, μπροστινός, τον Τσάμικο, κ' έκανε πολλές γύρες _'σ τον τόπο_, όπως λεν, πέρασε την ιδία στιγμή ο Μουχτάρ πασσάς, γυιός τον Αλήπασσα. Η φουστανέλλα του Καραϊσκάκη σηκώθηκε τον ανήφορο καί φάνηκαν τα _πλιάτσικα_. Ο Μουχτάρ πασσάς πειράχτηκε. Πήγε 'σ τον πατέρα του και παραπονέθηκε. Κράζει τότε ο Αλήπασσας τον Καραϊσκάκη και θυμωμένος του λέει·
— Τι έκαμες, ωρέ Παλιόγυφτο, 'σ το γυιό το δικό μου;
— Τίποτα, πασσά μου, λέει ο Καραϊσκάκης. Δεν τόθελα. Χόρευα κ' έκαμα έτσι μια φορά . . . (κ' έφερε μια γύρα). Τότε πέρναγε ο γυιός σου ο Μουχτάρ πασσάς και θύμωσε. Τι φταίω 'γώ, ο μαύρος; . . .
Ο Αλήπασσας έσκασε τα γέλοια.
— Πώς έκαμες, ωρέ μπίρο μ'; Κάμε το πάλε, ωρέ!
— Έτσι, πασσά μου . . .
— Κάμε το άλλη μια φορά, ωρέ Γιώργο! . . Μπράβο, ωρέ Γιώργο! . . Άιντε τώρα.
ΤΙ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗΠΑΣΣΑ
— Τι θέλεις να σε κάμω, ωρέ Καραϊσκάκη; τον ρώτησε κάποτε ο Αλήπασσας.
— Αν με γνωρίζης, πασσά μου, άξιον γι' αφέντη, κάμε με αφέντη· αν με γνωρίζης άξιον για χουσμεκιάρη (δούλο), κάμε με χουσμεκιάρη· αν δε με γνωρίζης άξιον για το τίποτα, ρίξε με 'σ τη λίμνη. (Γ. Γαζής)
Η ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
'Σ το Κομπότι, 'σ τον πόλεμο που έκαμε 'σ τα 1821, 8 Ιουνίου, που νίκησε τους Τούρκους και τους πήρε 'σ το κυνήγι, ανέβηκε σε μια πέτρα κ' έβριζε τους Τούρκους δυνατά. Και για να τους προσβάλη χειρότερα και να δώση θάρρος 'σ τους δικούς του σήκωσε τη φουστανέλλα, κατέβασε το βρακί και τους έδειξε τον πισινό του. Τότε ένας Τούρκος, Γκέκας, κρυμμένος κάπου 'σ τα κλαριά, τον τουφέκισε και τον λάβωσε 'σ τα δυο μηριά και 'σ ένα άλλο μέρος.
ΓΡΑΜΜΑ 'Σ ΤΟ ΧΟΥΡΣΙΤ ΠΑΣΣΑ
Όταν ο Χουρσίτ πασσάς, αρχιστράτηγος των Τούρκων, 'σ τα 1822, του παράγγειλε να πάη να τον προσκυνήση 'σ τη Λάρσα, ο Καραϊσκάκης τούστειλε αυτή την απόκριση·
Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω·
κ' εγώ, πασσά μου, ρώτησα τον π.... μου τον ίδιον
κι' αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω·
κι' αν έλθης κατ' επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω! (Γ. Γαζής).
Ο ΜΠΑΤΣΟΣ
Φεύγοντας από το Μεσολόγγι οι Τούρκοι, 'σ τα 1823, τράβηξαν να περάσουν από του Κοράκου το γιοφύρι (δήμος Αργιθέας). Ο Καραϊσκάκης ήταν 'σ το μοναστήρι της Τατάρνας. Μπήκε 'σ την εκκλησιά και προσευχήθηκε·
— Τώρα θα σε ιδώ, Μαυρομάτα· αν νικήσωμε, θα σε προσκυνώ για Παναγία, ειδέ . . .
Κ' έκοψε το λόγο του, πριν τον τελειώση. Τότε έπιασε τον Αϊβλάση. Άμα ζύγωσαν οι Τούρκοι, ο Καραϊσκάκης γνώρισε το μπροστινόν, γιατί τον ήξερε από τα Γιάννινα·
— Καρτέρα με, Ισλιάμ Μπέντο! του φώναξε.
— Σε καρτερώ! του απάντησε ο Ισλιάμ Μπέντος.
Ο Καραϊσκάκης, νευρικός κι' ανυπόμονος, έτρεμε πριν αρχίση ο πόλεμος.
Κοντά του ήταν ο Τσάκας, πελώριος παληκαράς, παλιός του σύντροφος. Γυρίζει και λέει 'σ τον Καραϊσκάκη·
— Τι τρέμεις, ωρέ Γύφτο; Φοβάσαι;
Και του τραβάει έναν κατακέφαλο. Τον έφαγε καλόν, χωρίς να θυμώση ο Καραϊσκάκης. _Γύφτος_ ήταν το παράνομά του, γιατί ήταν μελαψός. Μια παράδοση μάλιστα τον λέει γυιό του καπετάν Αραπογιάνη.
Η νίκη του Αϊβλάση ήταν από τα πρώτα κατορθώματα του Καραϊσκάκη και μεγάλωσε τ' όνομά του.
ΓΡΑΦΕ ΡΑΓΚΟ
'Σ το Μεσολόγγι, όταν κατηγορούσαν τον Καραϊσκάκη πώς τάχα είχε κρυφή συνεννόηση με τους Τούρκους, περισσότερο από τους άλλους τον κατάτρεχε ο Ράγκος, γιατί αντιφέρονταν οι δυο τους για τ' αρματωλίκι των Αγράφων. Μια 'μέρα ο φίλος του Καραϊσκάκη ο Αντρέας Ίσκος σηκώνεται, παίρνει μαζί του τέσσερους πέντε στρατιώτες, πού είχαν πολεμήση με τον Καραϊσκάκη, και πάει 'σ το κονάκι του Ράγκου να τον ιδή. Άρχισαν να τα λεν. Τα παλικάρια έμειναν απόξω, 'σ τ' άλλο δωμάτιο. Άξαφνα ο Ίσκος έκαμε πώς θέλει ν' ανάψη το τσιμπούκι του και φώναξε ένα από τα παιδιά μέσα. Εκεί πού τούβανε τη φωτιά, τον ρωτάει ο στρατηγός, αδιάφορα, με ποιον έκαμε ως τώρα και πού πολέμησε.
— Με τον Καραϊσκάκη, Καπετάνε, απαντάει ο στρατιώτης. Ήμνα κοντά τ' απ' τον καρό τ' Λεπενιώτη. Πολεμήσαμε πολλές βολές αντάμα. Να τα σημάδια . . .
— Καλά, καλά, άιντε τώρα.
Αφού βγήκε ο στρατιώτης, γυρίζει ο Ίσκος και του λέει του Ράγκου·
— Γράφε, Ράγκο!
Ύστερα ο Ίσκος κράζει άλλον στρατιώτη·
— Αμ' εσύ με ποιόν έχεις κάμη, ωρέ, ως τώρα 'σ τον πόλεμο;
— Εγώ, στρατηγέ μ'; Πολέμησα 'σ 'την Άρτα νυχτόημερα με τον Καραϊσκάκη, πολέμησα 'σ το Νιοχώρι, 'σ το Κομπότι, πολέμησα . . .
— Καλά, φεύγα! λέει και 'σ αυτόν ο Ίσκος.
Ύστερα γυρίζει κατά το Ράγκο·
— Γράφε, Ράγκο! του λέει πάλι.
Φωνάζει άλλον στρατιώτη. Αρχίζει κ' εκείνος τα δικά του·
— Πολέμησα 'σ του Κοράκου το γιοφύρι, πολέμησα . . .
— Γράφε Ράγκο!
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ
Κάποτε ο Μεγαπάνος, άρχοντας από το Κάρλελι (Ακαρνανία), του είπε·
— Ωρέ Καραϊσκάκη, δε μαζώνεις λίγο τη γλώσσα σου;
— Άμα μαζώξης εσύ τη βρακοζώνα σου, θα μαζέψω κ' εγώ τη γλώσσα μου, του είπε ο Καραϊσκάκης.
Ο Μεγαπάνος κυνηγούσε της γυναίκες.
ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ
'Σ τον πόλεμο του Κεφαλόβρυσου, όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης, είχε στείλη κι' ο Καραϊσκάκης ένα μικρό σώμα, αυτός όμως δεν έλαβε μέρος 'σ τον πόλεμο, γιατί ήταν άρρωστος 'σ το μοναστήρι του Προυσού. Αφού σκοτώθηκε ο Μάρκος, έφεραν οι Σουλιώτες το λείψανό του και το ξάπλωσαν εμπρός 'σ το νάρθηκα της εκκλησιάς του Μοναστηρίου. Σηκώθηκε τότε ο Καραϊσκάκης από το κρεββάτι κ' επήγε σέρνοντας και φίλησε με δάκρυα το νεκρό του Μάρκου· κ' είπε·
— Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κ' εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω.
Κ' επήγε αληθινά όπως ευχήθηκε, ο ήρωας.
Αυτόν το θάνατο εύχονταν όλοι οι γενναίοι εκείνον τον καιρό· _να παν από βόλι_. Τον ίδιο θάνατο ευχήθηκε κι' ο Γκούρας κι' απ' αυτόν επήγε.
Η ΜΑΡΙΩ
Ο Καραϊσκάκης 'σ της εκστρατείες του είχε πάντα μαζί του μια Τουρκοπούλα βαφτισμένη, που την έλεγαν Μαριώ. Αυτή ήταν ντυμένη φουστανέλλες, σαν άντρας, κ' είχε τ' όνομα Ζαφείρης ανάμεσα 'σ τα παληκάρια. Κάποτε λοιπόν ο Καραϊσκάκης περαστικός κατάλυσε 'σ το σπίτι του, με κάμποσα παληκάρια. Πάει ο Ζαφείρης 'σ το μαγερειό και ρίχνεται 'σ της δούλες κι' αρχίζει τσιμπιές, γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν της φωνές εκείνες και τρέχουν 'σ την καπετάνισσα. Τρέχει κ' η κυρά Γκόλφω, η Καραϊσκάκαινα, 'σ το στρατηγό καταθυμωμένη·
— Τι πράματα είναι αυτά; του λέει· τα παληκάρια σου _παλεύουν_ της ψυχοκόρες μου!
— Έγνοια σου, μωρή, της λέει ο στρατηγός, έχω και για 'σένα π. . . Μη θυμώνεις.
ΤΙ ΕΙΠΕ 'Σ ΤΟΝ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ
Κάποτε 'σ τα 1825, 'σ την εκστρατεία της Μεσσηνίας, μάλλωσε με τον Κουντουριώτη και του είπε·
— Ωρέ, Κουντουριώτη άκουγα και νόμιζα θα είναι όλο γιομάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό, όσο έχω 'γώ σπόρο 'σ τ' α . . . μου!
ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ
Όταν ο Καραϊσκάκης πήγε 'σ τ' Ανάπλι, 'σ τα 1826, ενώ την Αθήνα την πολιορκούσε ο Κιουταχής, και διορίστηκε Γενικός αρχηγός των στρατεμάτων της Ρούμελης για να πάη να τον πολεμήση, παρουσιάστηκε 'σ τη Διοικητική Επιτροπή. Τότε ο πρόεδρος της Επιτροπής, ο Ζαΐμης, πρώτος τον συχώρεσε για την παλιά τους έχτρα, πού βάσταγε από τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, όταν ο Καραϊσκάκης είχε κάμη πολλά κακά 'σ τα σπίτια και χτήματα του Ζαΐμη 'σ την Κερπινή. Ο Ζαΐμης όμως γενναιόκαρδα τον συχώρεσε. Ο Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οι δυο και ξεχάστηκαν τα περασμένα. 'Σ τη σκηνή αυτή έτυχε να είναι κι' ο άρχοντας Υδραίος Βασίλης Μπουντούρης κ' είπε 'σ τον Καραϊσκάκη·
— Δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου 'σ την πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο Θεός να σε φωτίση να το κάμης από 'δώ κι' ομπρός.
— Δεν τ' αρνιώμαι, αποκρίθηκε ο Καραϊσκάκης. Όταν θέλω, γίνομαι άγγελος κι' όταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος.
ΤΟ ΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ
'Σ τον πόλεμο της Δομπραίνας ο Καραϊσκάκης είχε διατάξη τον οπλαρχηγό Βασίλη Μπούσγο να πιάση μια ράχη παραπέρα από 'κεί που γίνονταν ο πόλεμος και να περιμένη ως πού να τον κράξη. Ενώ λοιπόν ακολουθούσε ο πόλεμος, ο Καραϊσκάκης ηύρε μεγάλη αντίσταση 'σ τους Τούρκους κ' έστειλε ένα παληκάρι να πάη να φωνάξη το Μπούσγο βοήθεια. Ο στρατιώτης όμως δείλιασε και δεν έφερε τη διαταγή του στρατηγού 'σ το Μπούσγο. Έτσι ο Καραϊσκάκης αναγκάστηκε να τραβηχτή και φτάνει 'σ τη ράχη, όπου φύλαγε, άνεργος, ο Μπούσγος. Δαιμονίστηκε καθώς τον είδε ο Καραϊσκάκης, γιατί νόμισε πώς από φόβο δεν είχε έρθη βοήθεια του.
— Το βρακί της Κατερίνας! Φέρτε μου το βρακί της Κατερίνας!
Ο Καραϊσκάκης για ντρόπιασμα των δειλών είχε μαζί του ένα παλιόβρακο, που τόξεραν όλοι μ' αυτό τ' όνομα «το βρακί της Κατερίνας» και υποχρέωνε όσους έπιανε φοβιτσάρηδες να το φορέσουν. (Αυτό μας θυμίζει τη Μόσκω του Τζαβέλα, πού άμα ζύγωνε πόλεμος έβανε ντελάλι μέσα 'σ το Σούλι, ότι όποιος Σουλιώτης μείνη 'σ το χωριό και δεν πάη με τους άλλους να πολεμήση, θα φορέση γυναίκεια).
Ο Μπούσγος όμως, αφού δεν έφταιγε σε τίποτα, άναψε κι' αυτός από το θυμό του. Τραβιέται πίσω, κι' όξω την κουμπούρα! Εκεί όμως ξηγήθηκαν τα πράματα κι' ο Καραϊσκάκης, αφού κατάλαβε το λάθος του, ζήτησε συμπάθειο από το Μπούσγο και δακρυσμένος τον φίλησε.
ΤΗΣ ΚΛΑΝΟΜΑΡΩΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ
'Σ το Δίστομο, πριν γίνη ο περίφημος πόλεμος, ήταν με το σώμα του Καραϊσκάκη ένας στρατιώτης, που κανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε η σκούφια του. Κοντός, κουρελιάρης, με μακρυά και λερή φουστανέλλα, πού κατέβαινε πειο κάτου από τα γόνατά του, άσκημος, σπανός, ξεραγκιανός και πολύ φοβιτσάρης. Έκανε 'σ το στρατόπεδο της γυναικείες δουλειές, έπλυνε, ετοίμαζε τα σφαχτά κ' έψηνε τα κοκορέτσα και τα σπληνάντερα. Ήταν μ' άλλα λόγια από 'κείνους, που τους έλεγαν 'σ τα στρατόπεδα _χατζαρούλες_. Το στρατιώτη αυτόν για τους τρόπους του και για της ταπεινές δουλειές που έκανε τον έλεγαν οι συντρόφοι του Κλανομάρω. Αφού ζύγωνε λοιπόν ο πόλεμος, η Κλανομάρω άφησε τα συνειθισμένα της και φόρεσε σελιάχι και κρέμασε μπαλάσκες κ' έβαλε και μια μακρυά κουμπούρα 'σ το σελιάχι· κι' αφού 'τοιμάστηκε για πόλεμο, παρουσιάζεται άξαφνα ανάμεσα 'σ τα παληκάρια, 'σ το φοβερό εκείνο στρατόπεδο. Δε λέγεται η ταραχή και τα γέλοια και τα πειράγματα και τα χωρατά, όταν είδαν την Κλανομάρω τα παληκάρια. Χάλασε ο κόσμος γύρω της, καθώς περνούσε καμαρώνοντας σα σκεπάρνι η Κλανομάρω, τριγυρισμένη από το πειό διαλεχτό επιτελείο, που θα ζήλευε κάθε στρατηγός, μ' άλλα λόγια από τα καλύτερα παληκάρια του Καραϊσκάκη.
Την άλλη 'μέρα, ημέρα του δοξασμένου εκείνου πολέμου, ενώ οι Αρβανίτες με τον Καρυοφίλμπεη νικημένοι κυνηγιώνταν από τους Έλληνες, ο Καραϊσκάκης ακράτητος, φοβερός, τραντάζοντας με της φωνές του της ράχες γύρω, καθώς προχωρούσε με τ' άλογο, κάνει έτσι και βλέπει κρυμμένον άνθρωπο μέσα σε μια πατουλιά. Νόμισε πώς ήταν Τούρκος κι' αμέσως τραβάει από τη σέλλα τη μια πιστιόλα, έτοιμος να ρίξη. Άξαφνα όμως πηδάει όξω από την πατουλιά η Κλανομάρω και φωνάζει τρομασμένη·
— Μη καπετάνε! μη, είμ' εγώ! Μη για το Θεό!
Κράτησε ο στρατηγός τ' άλογο και κάνοντας τάχα πως παραξενεύτηκε και πως δεν κατάλαβε τίποτα, λέει 'σ την Κλανομάρω·
— Ωρέ, εσύ εδώ μέσα, ωρέ Μάρω;
— Τι να κάμω, καπετάνε, βούλωσε το ντουφέκι μου και δε μπόργα να πολεμήσω.
— Να, ωρέ Μάρω, πάρε το δικό μου και σε θέλω να μου φέρης κεφάλια Αρβανίτικα!
Κι' αμέσως δίνει 'σ την Κλανομάρω τον κοντό του σισανέ, τον ασημόδετον και φλωροκαπνισμένον.
Τότε η Κλανομάρω, αφού έπιασε 'σ τα χέρια το φοβερό όπλο του Καραϊσκάκη, έγινε αλλοιώτικη. Χύθηκε απόκοντα 'σ τους Αρβανίτες και σε κάμποση ώρα γύρισε φέρνοντας θριαμβευτικά δυο ματωμένα, ολόζεστα Αρβανίτικα κεφάλια. Φαντάζεται κανένας τα ζήτω των παληκαριών για χάρη της Κλανομάρως.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
'Σ τα 1826, ύστερα από τους περίφημους πολέμους της Αράχωβας, του Διστόμου και τόσους άλλους, ο Καραϊσκάκης με το στρατό του είχε κινήση κ' έρχονταν βοήθεια της Αθήνας, που κιντύνευε από τον Κιουταχή. Έφτασε 'σ το μοναστήρι του Άγιου Σεραφείμ όπου είναι και το λείψανό του, τιμημένο πολύ λείψανο από τους Ρουμελιώτες. Εκεί ο Καραϊσκάκης γονατιστός 'σ τον άγιον τάφο κοντά, μ' όλα τα παληκάρια του, προσευχήθηκε· «Βοήθησέ μας, Αϊσεραφείμ να διώξωμε τον Κιουτάγια από την Αθήνα, να γλυτώσωμε τους κλεισμένους χριστιανούς και να κάμωμε 'σ τους Τούρκους δεύτερη Αράχωβα, και να σου φέρω χρυσό καντήλι 'σ τον τάφο σου και λαμπάδες εκατό ίσα με το κορμί μου και να στολίσω σαν παλάτι το μοναστήρι σου!» Κι' όλος ο στρατός ξεσκούφωτος και γονατισμένος είπε την ίδια προσευχή. Ο Άγιος Σεραφείμ όμως δεν τους αξίωσε.
ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ
Της 9 Αυγούστου, 'σ τα 1826, ο Καραϊσκάκης ανταμώθηκε κατά τύχη με τον Κιουταχή 'σ τη Γαλλική φεργάδα του ναυάρχου Δερνύ, που ήταν αραγμένη 'σ τον Πειραιά. Ο Κιουταχής με τον Ομέρ πασσά της Χαλκίδας είχαν πάη να ιδούν το ναύαρχο. Δεν πρόφτασαν να κατέβουν 'σ τη σάλλα και φτάνει ο Καραϊσκάκης με το Χρηστίδη σε βάρκα Ελληνική από το μπρίκι το Ψαριανό του Γιαννίτση, πού ήταν αραγμένο 'σ τη Λεψίνα και τόχε ο Καραϊσκάκης 'σ της διαταγές του. Λένε πώς επίτηδες ο Γάλλος ναύαρχος είχε φέρη έτσι το πράμα, για να σμίξουν οι δυο αρχιστράτηγοι. Κι' αυτό του το είχε ζητήση ο Κιουταχής.
Ταράχτηκε ο Καραϊσκάκης καθώς είδε τον Κιουταχή μπροστά του. Έβαλε το χέρι 'σ το σπαθί κ' είπε 'σ το Χρηστίδη.
— Ωρέ Χρηστίδη, μη μας κάνουν καμμιά μπαμπεσά;
Τον καθησύχασε ο Χρηστίδης. Κι' ο Κιουταχής όμως ταράχτηκε, καθώς είδε τον Καραϊσκάκη. Χαιρέτησε ο Καραϊσκάκης τον Κιουταχή, κατά την τούρκικη συνήθεια (με την απαλάμη 'σ το στήθος) και κάθισε. Χαιρέτησε κι' ο Κιουταχής με το κεφάλι, αγέρωχος, και μίλησε πρώτος Αρβανίτικα·
— Τι κάνεις, Καραϊσκάκη; Έλπιζα νάρθης 'σ τα Μπιτώλια να με προσκυνήσης και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια, από την Αθήνα ως την Άρτα.
— Εγώ να σε προσκυνήσω; του αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης. Αν είσαι Ρούμελη Βαλεσής εσύ, είμαι κ' εγώ Ρούμελη Βαλεσής. Κι' αν ήξερε η Διοίκησή μου ότι κρένομε τώρα μαζί, με κρέμαγε κ' εμένα και δεκαπέντε χιλιάδες στρατέματα, που έχω 'σ τη Λεψίνα.
— Και πώς μπορεί να σε κρεμάση;
— Μήπως δε σε κρεμάει εσένα ο Σουλτάνος, όταν θέλη; Ναι ή όχι;
— Ναι, γιατί τον έχω βασιλιά.
— Λοιπόν με κρεμάει κ' εμένα, γιατί την έχω βασίλισσα!
Χαμογέλασε ο Κιουταχής. Σηκώθηκε πρώτος κ' έφυγε από το καράβι,
Την άλλη 'μέρα ο Κιουταχής τούστειλε καφφέ, ζάχαρη και καπνό. Ο Καραϊσκάκης τούστειλε ένα φόρτωμα κρασί.
ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑΖΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Ρώτησαν τον Καραϊσκάκη πώς μπορεί να εξουσιάζη κανείς τους Έλληνες. Αποκρίθηκε·
— Όποιος θέλει να εξουσιάζη καλά τους Έλληνες, πρέπει νάχη 'σ την πλάτη του ένα δισάκκι που να είναι γιομάτο διαόλους από πίσω, ο Χριστός μπροστά κι' ο παράς 'σ τη μέση. (Γ. Γαζής).
ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ
«Ο καλός καπετάνος πρέπει νάχη φρονήματα πετεινού (για να εξουσιάζη), καλωσύνη σκύλου (για να τον αγαπούν), παληκαριά και θεωρία λιονταριού (για να τον σέβωνται και να τον φοβώνται), ύπνο και περπάτημα λαγού (για να είναι άγρυπνος και γλήγορος) και πονηριά γυναίκας (για να ξεγελάη και να σέρνη τους ανθρώπους)». (Γ. Γ.).
ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΝΩΝ
«Όποιος προκομμένος άνθρωπος δεν κρύβει τα ελαττώματά του από τα μάτια του πολλού κόσμου είναι κουτότερος από τη γάτα, πού θάφτει την κοπριά της, για να μη φαίνεται 'σ το φως». (Γ. Γ.)
ΠΩΣ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΔΟΞΑ
Τον ρώτησαν πώς ένας άνθρωπος του πολέμου μπορεί να γίνη μεγάλος και ν' αποκτήση υπόληψη. Είπε·
Φρόνιμος και παληκάρι,
πλούσιος και γαλαντόμος
μέγας γίνεται 'σ τον κόσμο. (Γ. Γ.)
ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΟΘΟΥΣ
«Καθώς η φύση δέχεται τα κεντρώματα και δείχνει τα μπολιασμένα δέντρα πλειο καλά από τ' άγρια, έτσι κι' ο Θεός κάνει πολλές βολές τα μπάσταρδα παιδιά πλειο άξια από τ' άλλα, τα γνήσια». (Ο Καραϊσκάκης ήταν νόθος κι' αυτός). (Γ. Γ.)
Ο ΔΕΙΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Φοβιτζάρης το ασκέρι σαν πανούκλα το μολεύει και δειλός απελπισμένος γίνεται αντρειωμένος. (Γ. Γ.)
ΠΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
«Η γυναίκα και το άττι θέλουν άξιον καβαλλάρη». (Γ. Γ.)
ΤΑ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Τον ρώτησαν τι απόλαψε 'σ τον κόσμο. Αποκρίθηκε·
Νέος υπανδρεύθηκα, ωραίαν γυναίκα πήρα (54),
ζέφκια πολλά ετράβησα, δόξαν μεγάλην ηύρα
και γρόσια εκαζάντησα όσα μου ήτον χρεία. (Γ. Γ.)
* * *
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ σκοπόν έχει την εις το Ελληνικόν κοινόν παροχήν σπουδαίων αναγνωσμάτων, συντελούτων εις την πληρεστέραν γνώσιν της εθνικής ιστορίας, ή διαφωτιζόντων όλως άγνωστά σημεία ή κεφάλαια αυτής.
Εις την ΙΣΤΟΡΙΚΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΝ δημοσιεύονται μελέται ιστορικαί, βιογραφίαι, απομνημονεύματα και παν έργον αναφερόμενον εις τον Ιερόν Αγώνα, την προ αυτού μέχρι της Αλώσεως εποχήν και την μετ' αυτόν μέχρι των ημερών ημών.
Η τιμή εκάστου εκδιδομένου τεύχους, ανάλογος προς τον όγκον αυτού, θα είναι πάντοτε λίαν ευθηνή, ώστε η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ να είναι εις πάντας προσιτή.
Χάριν της υποστηρίξεως του έργου, απαιτούντος πολλάς δαπάνας, γίνονται δεκτοί ιδιαίτεροι συνδρομηταί διά 10 τεύχη αντί δραχ. 10 ή φρ. 8 οι εκ του εξωτερικού.
Πάσα επιστολή Προς τον εκδότην της ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ Ιωάννην Βλαχογιάννην εις Αθήνας.
Εξεδόθησαν υπό του αυτού και πωλούνται εις όλα τα βιβλιοπωλεία: ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ — Αθηναϊκόν Αρχείον Τόμ. Α' (σχήμα όγδοον, σελίδες 560). Τιμάται δραχμών 15
Τιμή του παρόντος τεύχους δρχ. ??
1) Ιδού η επιγραφή του βιβλίου· «Βιογραφία των ηρώων Μάρκου Μπότσαρη και Καραϊσκάκη συνοπτικώς συγγραφείσα και τύποις εκδοθείσα υπό Γεωργίου Γαζή του εκ Δελβινακίου της Ηπείρου, πρώην γραμματέως, μυστικού συμβούλου και χιλιάρχου του στρατηγού Καραϊσκάκη, αφιερωθείσα δέ παρά του ιδίου τω σεβαστώ Κυβερνήτη της Ελλάδος. Εν Αιγίνη, εν τη Εθνική Τυπογραφία, διευθυνομένη παρά Γ. Αποστολίδου Κοσμητή. 1828». ↩
2) Κατά τον Αθηναίον ιστορικόν Διον. Σουρμελήν ο Καραϊσκάκης εγεννήθη εις το χωρίον Μαυρομάτι των Αγράφων (σημ. εκδότου). ↩
3) Οι συλλαμβανόμενοι κλέπται εφονεύοντο μετά πολλάς και οχληράς τιμωρίας· τινών εσύντριβον τα γόνατα, άλλων απέκοπτον τα μέλη, άλλους επαλούκοναν και άλλους έψηναν ζώντας. ↩
4) Λέγουν ότι ήτον είς των τριών, οι οποίοι πρώτον ετουφέκισαν τον Βελή Γκέκαν και τον εφόνευσαν. ↩
5) Αμφιβάλλομεν ότι ο Καραϊσκάκης έγραψε τοιαύτην επιστολήν και ότι τοιούτο ήτο το περιεχόμενον αυτής. Ούτε ο Καραϊσκάκης ήτο τόσον ανόητος να βεβαιώση, ούτε ο Κολοκοτρώνης να πιστεύση, ότι άνθρωπος έχων ανάγκην της βοηθείας τριακοσίων ανδρών, θα είχε την δύναμιν να εκπληρώση κατόπιν τας μεγάλας αυτού υποσχέσεις (σημ. του εκδότου). ↩
6) Επιθανολόγησαν έτι μάλλον την ύπαρξιν της προδοσίας ταύτης, διότι κατ' αυτήν την εποχήν εξήλθεν από Ναύπακτον έν σώμα Τούρκων και διευθύνετο προς τα μέρη Μεσολογγίου, και πλοία τινα εχθρικά επαρουσιάσθησαν έξωθεν του Βασιλαδίου. ↩
7) Η επιστολή είχε γίνη τω όντι, όχι όμως με το πνεύμα της παραδόσεως του Μεσολογγίου και Αιτωλικού. Ολίγον κατωτέρω βλέπει ο αναγνώστης την αληθινήν εξήγησιν του πράγματος. Η διαφημισθείσα προδοσία ήτο ψευδής, αναμφισβητήτως, γέννημα κομματικών ερίδων της εποχής. Ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος σαφέστατα λύει το ζήτημα υπέρ του υβριζομένου Καραϊσκάκη. Άλλως και η εξ αντιθέτων επιτροπή, η οποία τον εδίκασε και τον εκήρυξεν ένοχον, δεν ετόλμησε να δημοσιεύση καμμίαν εναντίον του επίσημον καταδικαστικήν απόφασιν. Αφ' ετέρου ο Κ. Βουλπιώτης, ο δήθεν συνένοχος της προδοσίας, όχι μόνον δεν κατεδιώχθη, αλλ' απέκτησε και την εύνοιαν του Μαυροκορδάτου, αντί τιμωρίας (σημ. εκδ.). ↩
8) Περίεργος είναι η περικοπή δι' ης ζητεί την συγχώρησιν: «Εμένα (λέγει) η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω· δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα πολλά ήταν ή από τόσους αφορισμούς οπού μου εκάμετε, και σε παρακαλώ να με συγχωρέση η Διοίκησις και όλοι οι Χριστιανοί και να μου σταλθή και μία ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως». Αναφορά του Καραϊσκάκη προς τον Μαυροκορδάτον από Δομνίστα τη 27 Μαΐου 1823. ↩
9) Δεν ήτον μόνος ο Καραϊσκάκης κατ' εκείνην την εποχήν· ήσαν σύμφωνοι με αυτόν ο Ανδρέας Ίσκου, οι Γιολδασαίοι, ο Γιαννάκης Στάικος κ.τ.λ., οι οποίοι μάλιστα είχον ονομάσει αυτόν και αρχιστράτηγον· αλλ' ούτοι δεν ηδύναντο να αντισορροπήσωσι με το εναντίον κόμμα, ως συγκείμενον από περισσοτέρους και ως βοηθούμενον από την εκεί διοίκησιν. ↩
10) Ο μεγαλείτερος αδελφός του συγγραφέως της βιογραφίας ταύτης (σημ. εκδότου). ↩
11) Ο Κώνστας Μπότσαρης και Κήτσος Τζαβέλας ήσαν οι σημαντικώτεροι αρχηγοί των δυσαρεστηθέντων στρατιωτικών σωμάτων. ↩
12) Περί τας αρχάς Μαΐου 1825. ↩
13) Περί τας αρχάς Ιουλίου 1825. ↩
14) Απαντών δυσκολίας εις την εκστρατείαν και αποδίδων την αιτίαν εις την κακήν θέλησιν των τότε διοικούντων τα πράγματα, κατήντησε να προφέρη και ύβρεις και απειλάς, ώστε επετάχυνον την έξοδόν του, ως ελέγετο, μάλλον διά να απαλλαχθώσιν από αυτόν, παρά από αληθή επιθυμίαν εκστρατείας. ↩
15) Την επομένην ημέραν ο Κιουταχής έστειλε στρατεύματα και έπιασε τας περί τον Πειραιά θέσεις· προ πάντων ωχύρωσε το μετόχιον του Αγίου Σπυρίδωνος. ↩
16) Η Γύφτικη λεγομένη πόρτα έκειτο προς τα ΒΔ. της πόλεως. Προμαχώνες είναι τα λεγόμενα τότε μπούρτζια του τείχους της πόλεως. ↩
17) Καράσοϊ είναι ο βράχος του Αρείου Πάγου. Η Αρβανίτικη, πόρτα έκειτο παρά το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον. ↩
18) Λέγουν ότι ο Καραϊσκάκης δεν ήτον σύμφωνος εις την καινοτομίαν ταύτην του Φαβιέρου και ότι προείπε με αίσθημα λύπης τον όλεθρον των προτεταγμένων τακτικών. ↩
19) Πολλοί των αξιωματικών υπέπεσον εις την λειποταξίαν δι' άγνοιαν των γενομένων και διότι εκοινολογήθη ότι η φυγή ήτον γενική. ↩
20) Μεταξύ των πολιορκουμένων ήσαν πολλοί με αισθήματα πατριωτισμού και φιλοτιμίας, και είναι δίκαιον να μη συμπεριληφθώσιν εις την κατηγορίαν ταύτην. ↩
21) Αρχηγός του σώματος των Επτανησίων ήτο ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος, πολιορκούμενος ήδη εν τη Ακροπόλει, επίτροπος δ' αυτού επί του σώματος ήτο ο Γεράσιμος Φωκάς (σημ. εκδότου). ↩
22) Συνέβη την νύκτα της 30 Σεπτεμβρίου από βόλι εχθρικόν διευθυνθέν εις την κεφαλήν, εν ώ εκάθητο πλησίον ενός παραθυριού μετά το δείπνον. (Ο Γκούρας εφονεύθη την νύχτα αγρυπνών έξω της Ακροπόλεως επί των δυτικών οχυρωμάτων και πυροβολών κατά των πλησίον εχθρικών. Σημ. εκδότου). ↩
23) Ενοήθησαν οι εισελθόντες υπό των εχθρών και επυροβολήθησαν· επληγώθησαν δύο καί τινες επέταξαν τας καπότας των (σημ. εκδότου). ↩
24) Τα από Μεσολόγγι εις Ναύπλιον ελθόντα στρατεύματα διαιρέθησαν μεταξύ των και διεφέροντο οι Σουλιώται και Ηπειρώται με τους Στερεοελλαδίτας, ήτοι τους κατοίκους της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος· πολλοί έπεσον και εις προσωπικάς ύβρεις. Ο Θ. Γρίβας και άλλοι σημαντικοί αξιωματικοί έλαβον εις την εξουσίαν των το Παλαμήδιον εξώσαντες τον Φωτομάραν. Έν σώμα της φρουράς ταύτης υπό τον Γιαννάκην Σουλτάνην είχεν έλθει εις βοήθειαν του Καραϊσκάκη και τούτο προ πάντων εβίαζε τον Καραϊσκάκην να μη δεχθή της αρχηγείας την διαίρεσιν. ↩
25) Δεν ειξεύρω αν ο Καραϊσκάκης προδιωργάνισε να τον ομιλήσωσι κατ' αυτόν τον τρόπον όμως τα φαινόμενα ήσαν τοιαύτα. ↩
26) Ήξευρον, φαίνεται, ότι οι Σουλιώται είχον ζητήσει τούτο από την Κυβέρνησιν και δεν είχον εισακουσθή. ↩
27) Την γολέτταν ταύτην, ήτις ήτον Τουρκική, την εκυρίευοαν εξ εφόδου τριάκοντα Έλληνες επιπεσόντες εις αυτήν με έν πλοιάριον. ↩
28) Ο ενταύθα υπονοούμενος εθελοντής είναι αυτός ο συγγραφεύς της παρούσης βιογραφίας (σημ. εκδότου). ↩
29) Τον Παναγιώτην Κακλαμάνον (σημ. εκδότου). ↩
30) Το μοναστήριον τούτο είναι εκ των καλλίστων δημοσίων οικοδομημάτων του χριστιανισμού, των ευρισκομένων εις την Στερεάν Ελλάδα· ήτον περιεζωσμένον με τείχος, του όποιου όμως μόνον τα ερείπια φαίνονται την σήμερον. Κείται επί τινος ευθέος λόφου και έχει προκειμένην μίαν ωραίαν πεδιάδα, ανήκουσαν όλην σχεδόν εις αυτό. ↩
31) Από του σημείου τούτου ο Δημ. Αινιάν συνέγραψε και ιδιαιτέρως υπό τύπον διηγήματος ενδιαφέρουσαν εκτενή περιγραφήν της μάχης της Αράχωβας, εδημοσίευσε δε αυτήν εν τη υπ' αυτού εκδιδομένη «Βιβλιοθήκη του Λαού» τόμ. του 1855, σελ 345 και εξής (σημ. εκδότου). ↩
32) Τον Γιαννούσην Πανομάραν Σουλιώτην (σημ. εκδότου). ↩
33) Οι κάτοικοι του χωρίου φυγόντες βιαίως από τας οικίας των, είχον αφήσει τα κρασία των και ολίγα τινά τρόφιμα. ↩
34) Πολλαί περί του Τουρκικού στρατοπέδου λεπτομέρειαι έγειναν γνωσταί και από τους συλληφθέντας αιχμαλώτους, προ πάντων όμως από τον Τάτζην Μαγγίναν, ο οποίος μεταβαίνων κοτζάμπασης εις την Δυτικήν Ελλάδα, ευρέθη κατά τύχην εις την συνοδίαν του Κεχαγιάμπεη εις Αράχωβαν. ↩
35) Ίσως απεφάσισε τούτο και διά την φήμην ήτις έμελλε να διαδοθή, καθώς ελέγετο, και περί του πύργου του κατασκευασθέντος από τας κεφαλάς των Αλβανών. ↩
36) Μεγάλη φιλονεικία διέτρεξεν εις τον διορισμόν του Δράκου· επειδή ο Νάκος Πανουργιάς επεθύμει να κατασταθή εις ταύτην την πολιορκίαν και διά τας μετά των κατοίκων ↩
37) Τον Ανδρίτσον Σαφάκαν (σημ. εκδότου). ↩
38) Ο Μακρυγιάννης ούτος είναι έτερος ή ο διάσημος στρατηγός, όστις ήτο Δωριεύς την καταγωγήν (σημ. εκδότου). ↩
39) Επληγώθησαν μόνον τρεις από τους Έλληνας, εν οις και ο στρατηγός Κ. Βέρης. ↩
40) Ούτος ήτον ο γενναίος Κωνσταντής Γριβογεώργου, ο οποίος μετά τινα καιρόν διεσώθη από τας χείρας των εχθρών διά τινος τολμηράς και παραδόξου φυγής. ↩
41) Τα βοηθήματα του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως της Παυαρίας, ο οποίος πρώτος των ηγεμόνων της Ευρώπης ενέδωκεν εις την φωνήν της φιλανθρωπίας και έπεμψεν ομού με τα βοηθήματά του και τον Συνταγματάρχην Εϊδέκον, ο οποίος ενεψύχωσε τον Καραϊσκάκην εις τον αγώνα και τον υπεστήριξε διά της φρονίμου διανομής των βοηθημάτων. ↩
42) Ο ένδοξος ιατρός Μπαλής, ο οποίος δικαίως απέκτησε την ευγνωμοσύνην του Έθνους και διά τας σημαντικάς ιατρικάς του εκδουλεύσεις και διά τα ευγενή του υπέρ αυτού αισθήματα, έχων την επιστασίαν των από την Φιλελληνικήν εταιρείαν πεμπομένων βοηθημάτων συνετέλεσε πολύ εις υποστήριξιν του αγώνος του Καραϊσκάκη. ↩
43) 3 Μαρτίου. ↩
44) Η οργή αύτη του Καραϊσκάκη κατά του Βάσσου χαρακτηρίζει μεν τον αρχηγόν τον απαιτούντα την πιστήν εκτέλεσιν των διαταγών του, καμμίαν όμως μομφήν δεν δύναται να προσάψη κατά του επίσης γενναίου Βάσσου, αφού προ ολίγου αυτός ο Καραϊσκάκης είχεν αποτύχη εις την κατάληψιν της θέσεως εκείνης. Η ανδρεία άλλως δεν μετρείται διά της επιτυχίας (σημ. εκδ.). ↩
45) Το γιαταγάνι λέγουν ότι ήτον του Ιωάννου Λογοθέτου από Βόνιτζαν. ↩